ἀπαρασάλευτος
1 inconmovible, firme
ἑστήκαμεν γὰρ ἐπὶ τῆς πέτρας ἀπαρασάλευτοι
2 adv. -ως inconmoviblemente Epiph.Const.Haer.69.40 (p.188.23).
ἀ·παρασάλευτος, ος, ον [σᾰ] non ébranlé, Chrys. 4, 326.
Étym. ἀ, παρασαλεύω.
ἀπαρασάλευτος, unerschüttert, Sp.