ἀπειροκαλεύομαι
ἀπειροκαλεύομαι, lack taste
ἀπειρο-κᾰλεύομαι,
- lack taste, Aeschin. Ep. 10.1.
tener gusto vulgar, no tener gusto
δέδοικα μὴ ... ἀπειροκαλεύεσθαι δόξω
ἀπειροκαλεύομαι [ᾰᾰ] être inconvenant, Eschn. Ep. 10.
Étym. ἀπειρόκαλος.
ἀπειροκαλεύομαι, geschmacklos sein, Aeschin. ep. 10.