ἀποδέξασθαι
ἀποδέξασθαι,
- aor. 1 of ἀποδέχομαι, but also,
- II Ion. for ἀποδείξασθαι, cf. ἀποδείκνυμι.
ἀποδέξασθαι, inf. ao. d’ἀποδέχομαι, ou inf. ao. moy. ion. c. ἀποδείξασθαι, d’ἀποδείκνυμι.
2. ἀποδέξασθαι Ion. inf. aor. med. van ἀποδείκνυμι.
ἀποδέξασθαι, ion. = ἀποδείξασθαι.