ἀποκαταφαίνομαι
ἀποκαταφαίνομαι, to be clearly visible
ἀποκατα-φαίνομαι, Pass.,
- to be clearly visible, Aristaenet. 1.3.
ser claramente visible
ἅπαν ἡμῶν φανερῶς ἀποκαταφαίνεσθαι μέλος
ἀποκαταφαίνομαι, sich abspiegeln, Aristaenet. 1.3.