ἀποκτέννω
ἀποκτέννω, later form for ἀποκτείνω, Plb. 1.69.11, AP 11.395 (Nicarch.), LXX To. 6.13.
matar
πολλούς
κύνα
ἔθνη
αὐτούς
• en v. pas.
οἱ σοφοὶ ἀπεκτέννοντο
• abs.
ἄνθρωπος δὲ ἀποκτέννει μὲν τῇ κακίᾳ αὐτοῦ
ἀπο·κτέννω (seul. prés.) c. ἀποκτείνω, Anth. 11, 395 ; Spt. Deut. 32, 39 ; Sap. 16, 14 ; Tob. 1, 18, etc.
ἀποκτέννω, = ἀποκτείνω, Nicarch. 20 (XI.395); Ev. Matth. 10.28 ed. Lachm.