ἀπολιμπάνω
ἀπολιμπάνω, to leave
- collat. form of ἀπολείπω, ἀέκων σʼ ἀ. Sapph. 94.5 L.-P., cf. Luc. Cat. 7, Gal. UP 4.11, POxy. 1426.12 (iv A. D.): -Pass., Plu. Them. 10.
I
1 dejar, abandonar
σ' ἀέκοισ' ἀπυλιμπάνω
πολλὰ τῶν οἰκείων
τὰς νομάς
τὴν Θρᾴκην
τὰ[ς ἄλ]λας κώμας
τὴν χώραν
2 dejar tras sí
ἠχώ τινα ... ἴχνη τῶν λόγων ... ἀπολιμπάνουσαν
ἔφορόν σε καὶ ἰατρὸν εἶναι
• abs. dejar rastro
οὐκ ἀπελίμπανεν ἐκ τῆς τροφῆς αὐτοῦ
3 en v. med. alejarse
τῶν ἐκεῖσε
II gram.
1 tr. perder, quedarse sin
λέξιν σημαίνουσάν τι
2 intr. faltar en el v. deponente
ἀπολιμπάνουσιν τά τε ἐνεργητικά
• en v. med. ser defectivo
τετραχὼς γὰρ ἀπολιμπάνονται αἱ φωναὶ τῶν ῥημάτων
- to leave, Plut., Luc.