ἀπόλιστος
ἀπόλιστος, ον,
- = ἄπολις, Man. 4.282.
que no tiene ciudad, desterrado
πόλιος πάσης ἀπόλιστα γένεθλα
ἀ·πόλιστος, ος, ον, c. ἄπολις, Man. 4, 282.
Étym. ἀ, *πολίζω, de πόλις.
ἀπόλιστος, = ἄπολις, Maneth. 4.283.