ἀπορράπτω
ἀπορράπτω, to sew up again
ἀπορράπτω,
- sew up again, τοῦ λαγοῦ τὴν γαστέρα Hdt. 1.123: metaph., τὸ στόμα τινός Aeschin. 2.21, cf. Ph. 1.476; γεράνων ὄμματα Plu. Es. carn. 2 2.997a:—Pass., τὰ ἀπερραμμένα Gal. 18(2).671.
coser de nuevo, suturar
τοῦ λαγοῦ τὴν γαστέρα
τὰ ἀπερραμμένα
γεράνων ὄμματα
• fig.
τὸ Φιλίππου στόμα
ἀπο·ρράπτω, recoudre, Hdt. 1, 123 ; fig. ἀ. τινὸς στόμα, Eschn. 31, 5, fermer la bouche à qqn.
ἀπορράπτω, zunähen, Her. 1.123 ; übertr., στόμα, zustopfen, Aesch. 2.21 ; Plut.
ἀπορράπτω
- to sew up again, Hdt., Aeschin.