ἀποσκίδναμαι
ἀπο·σκίδναμαι (seul. prés. inf. -ασθαι, Il. 23, 4 ; Thc. 6, 98 ; et partic. -άμενος, Hdt. 4, 113 ; DH. 5, 76) se disperser, s’éloigner de, gén.
Étym. cf. ἀποσκεδάννυμι.
ἀποσκίδναμαι, poet. = ἀποσκεδάννυμαι, sich zerstreuen, Il. 23.4 ; Thuc. 6.98 ; Dion.Hal. 5.76.
ἀποσκίδναμαι
[ἀπο- 7.]
To disperse, go each his own way: οὐκ εἴα ἀποσκίδνασθαι Il. 23.4.