ἀποσκίμπτω
ἀποσκίμπτω, throw down
ἀποσκίμπτω,
- = ἀποσκήπτω.—Pass., δύο ἄγκυραι ἀγαθαὶ ἐκ ναὸς ἀπεσκίμφθαι it is good to have two anchors fastened to the ship, Pi. O. 6.101.
lanzar
ἀγαθαὶ δὲ πέλοντ' ... ἐκ ναὸς ἀπεσκίμφθαι δύ' ἄγκυραι
está bien ... tener echadas dos anclas desde la nave
ἀπο·σκίμπτω (seul. inf. pf. pass. ἀπεσκίμφθαι) lancer avec force, Pd. O. 6, 101.
Étym. c. ἀποσκήπτω.
ἀποσκίμπτω, = ἀποσκήπτω, Pind. Ol. 6.101 δύο ἄγκυραι ἐκ ναὸς ἀπεσκίμφθαι.
ἀποσκίμπτω
- 1throw down ἀγαθαὶ δὲ πέλοντʼ ἐν χειμερίᾳ νυκτὶ θοᾶς ἐκ ναὸς ἀπεσκίμφθαι δύʼ ἄγκυραι (v. l. ἀπεσκῆφθαι) O. 6.101