ἀργέντινος
ἀργέντινος, silvery
ἀργέντινος,
- silvery, δελματικομαφόρτης POxy. 1273.12 (iii A.D.):— also ἀργέντιος, ib. 1310.
plateado, de color de plata
δελματικομαφόρτης ἀ. ἔνσημος