ἀρτυματώδης
ἀρτυματώδης, spicy
ἀρτ-ῡματώδης, ες,
- spicy, Sor. 1.115, Dsc. 3.34.
condimenticio Dsc.3.34, Sor.86.21.
ἀρτυματώδης, ης, ες [ῡᾰ] propre à servir d’assaisonnement, Diosc. 3, 36.
Étym. ἄρτυμα, -ωδης.