ἀρχεδίκας
ἀρχεδίκας, first, legitimate possessor
ἀρχε-δίκας [ῐ], α, ὁ,
- first, legitimate possessor, Pi. P. 4.110.
gobernante legítimo Pi.P.4.110.
ἀρχεδῐκας
- 1legitimate ruler “πεύθομαι γάρ νιν Πελίαν ἁμετέρων ἀποσυλᾶσαι βιαίως ἀρχεδικᾶν τοκέων” P. 4.110