About Report a problem

Menu

ἀρχελληνοδίκης

ἀρχελληνοδίκης, chief Ἑλληνοδίκης (see Ἑλλανοδίκαι)

ἀρχελληνοδίκης [ῐ], ου, ὁ,
  • chief Ἑλληνοδίκης, CPHerm. 121.4 (iii A. D.).

Saved

Recent