ἀσφοδελώδης
ἀσφοδελώδης, like asphodel
ἀσφοδελώδης, ες,
- like asphodel, Thphr. HP 6.6.9.
semejante al asfódelo
τὸ ... φύλλον (τοῦ ναρκίσσου) ἀσφοδελῶδες ἔχει
ἀσφοδελώδης, ης, ες semblable à l’asphodèle, Th. H.P. 6, 6, 9.
Étym. ἀσφόδελος, -ωδης.
ἀσφοδελώδης, ες, asphodelusartig.