ἀσχάλλω
ἀσχάλλω, to be vexed at (ἀσχαλάω LSJ)
estar enfadado, irritado o afligido por c. part. pred.
θωὴν ... ἥν κ' ἐνὶ θυμῷ τίνων ἀσχάλλῃς
μοῦνος ἐὼν ἤσχαλλε
ἀσχάλλει πεσών
ἀνάγκη τοὺς Ἀργείους θεωροῦντας τὸ γινόμενον ἀσχάλλειν
μηδὲν ἄγαν ἄσχαλλε ταρασσομένων πολιητέων
no te aflijas demasiado porque los ciudadanos estén alborotadosγαμεῖ γάμον τοιοῦτον ᾧ ποτ' ἀσχαλεῖ
ἀσχάλλων τῇ τραχύτητι
τοῖς ὑποκειμένοις ἀσχάλλοντες
τῇ διατριβῇ
ἀργοῦντι τῷ πολέμῳ
θάνατον ἀσχάλλων πατρῷον
ἐπὶ τῷ διδόναι δίκην ἀσχάλλειν
ἐπὶ τοῖς γεγονόσιν ἐλαττώμασι
ἀσχάλλων πρὸς τὴν οἰκουρίαν
ἤσχαλλον οἱ Ἀθηναῖοι ὡς ἐκλυομένης τῆς ἀκροάσεως
• abs.
ἀσχάλλοις δ' ἴσως
pero también podrías afligirteἤδη ὁ Δαρεῖός τε ἤσχαλλε
•Denom. de *ἄσχαλος compuesto de ἀ- priv. y la raíz de *segh- de ἔχω, q.u.
1) = ἀσχαλάω ; θωήν, ἥνκʼ ἐνὶ θυμῷ τίνων ἀσχάλλῃς Od. 2.193 ; absol., Soph. O.R. 937 ; Anacr. 12.14 ; in Prosa, absol., Her. 3.152, 9.117 u. Sp.; τινί, Men. re Eq. 10.6 ; Pol. 11.29 ; ἐπί τινι, Dem. 21.125 ; Pol. 16.22 u. öfter.
2) betrauern, θάνατον Eur. Or. 783.
[= ἀσχαλάω.]
To be vexed or grieved.
With complementary pple.: θωὴν τίνων Od. 2.193.
- to be vexed at a thing, Aesch., Eur.; τι Eur.