ἀτρίβαστος
ἀτρίβαστος, not worn
ἀτρίβ-αστος [ῐ], ον, = ἀτριβής,
- not worn, ἵππος ἀ. πρὸς τραχέα a horse whose hoofs have not been worn off on rough ground, X. Eq.Mag. 8.3 (dub. l.).
no desgastado de caballos
(διαφέροιεν ἄν) οἱ δέ γε αὖ τοὺς πόδας ἐκπεπονημένοι τῶν ἀτριβάστων πρὸς τραχέα
ἀ·τρίβαστος, ος, ον [ῐ] non usé, c. à d. non rompu par l’habitude : πρός τι, Xén. Hipp. 8, 3, à qqe ch.
Étym. ἀ, *τριβάζω de τρίβω.
ἀτρίβαστος, = ἀτριβής 2), ἵππος ἀτρ. πρὸς τραχέα, ungewohnt, auf rauhen Pfaden zu gehen, Xen. mag.Eq. 8.3, Ggstz ἐκπεπονημένος τοὺς πόδας.