ἀτρεμί Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀτρεμ-ί, v. ἀτρεμεί. ἀτρεμί v. ἀτρεμεί. ἀτρεμί, v. ἀτρεμεί. ἀτρεμί, = ἀτρέμας, ἔχειν Ar. Nub. 262 Bekker