ἀτραπιτός
ἀτραπιτός, path
- = sq., Od. 13.195, A.R. 4.123, etc.: metaph. of studies, Πλατώνειοι ἀ. BCH 36.230 (Rhodes), cf. AP 9.540:—also ἀταρπῐτός [ᾰτ], Od. 17.234: ἀτρᾰπητός, AB 460.
1 senda, sendero
μία δ' οἴη ἀ. ἦεν ἐπ' αὐτήν
ἀτραπιτοί τε διηνεκέες
οὐδέ μιν ἐκτὸς ἀταρπιτοῦ ἐστυφέλιξεν
δι' ἀτραπιτοῖο μεθ' ἱερὸν ἄλσος ἵκοντο
Αἰακέ, [σ]ημήναις ἡ θέμις ἀτραπιτόν
ἀτραπιτὸν πρὸ πόληος ... τεῦξεν
2 fig. travesía, ruta
πρὸς οὐρανίας ... ἀτραπιτούς
para su asalto al cieloἀ. βιότου
• sendero, doctrina
Πλατωνείους θρέψαν ὑπ' ἀτραπιτούς
μάλα τοι δύσβατος ἀ.
-οῦ, ἡ
[ἀτραπός (prob. fr. ἀ-2 + τραπέω) + ἰτ-, εἶμι. Thus a way worn by continual treading.]
A path way or path (cf. ἀταρπός) Od. 13.195.