ἀφηλιωτικός Save DGE Bailly 2024 Pape ἀφηλιωτικός v. ἀπηλιωτικός. ἀφηλιωτικός, ή, όν, c. ἀπηλιωτικός, Ptol. Geogr. 1, 11. ἀφηλιωτικός, s. ἀφηλιώτης, Ptol.