ἀφουλωτικός
ἀφουλωτικός, causing to scar over
ἀφουλωτικός, ή, όν,
- causing to scar over, Paul.Aeg. 6.5.
medic. cicatrizante
τοῖς ἀφουλωτικοῖς φαρμάκοις τὴν ἀποθεραπείαν ποιησόμεθα