ἀψυχοποιός Save ἀψυχοποιός, making lifeless LSJ DGE ἀψῡχ-οποιός, όν, making lifeless or faint, Eust. 611.5. ἀψυχοποιός -ον que acobarda δέος Eust.611.5, δειλία Sch.A.Th.192m.