ἁρπαγεύς
ἁρπαγ-εύς [πᾰ], έως, ὁ,
- = ἅρπαξ, Them. Or. 21.247a.
ladrón Them.Or.21.247a.
ἁρπαγεύς, έως (ὁ) [ᾰγ] c. ἅρπαξ, Thém. 247a.
ἁρπαγεύς, ὁ, = ἅρπαξ, Themist.
ladrón Them.Or.21.247a.