ἄκναμπτος
ἄκναμπτος, ἄκναπτος, ἄκνᾰφος, = ἄγναμπτος, ἄγναπτος, ἄγναφος.
ἄκναμπτος, härtere Form für ἄγναμπτος.
ἄ˘κναμπτος, -ον
- 1inflexible, unflinching βουλαῖς ἀκνάμπτοις (v. l. ἀκάμποις: ἀκάμπτοις coni. Hermann.) P. 4.72 ἄκναμπτον Ἥρᾳ μένος ἀντερείδων (sc. Ἀπόλλων) Πα. 6. 88. ]ἀκνάμπτο[ Δ. 4a. 5.