ἄρυστις
ἄρυστις, bumper
ἄρυστις [ᾰ], ἡ,
- = ἀρυτήρ, acc. pl. ἀρύστεις S. Fr. 764:—also = ἄμυστις, bumper, Hsch.
prob. copa
τὰς ἀρύστεις ὧδ' ἔχουσ' ἐκώμασας
• pero interpr. como trago
(ἀρύστεις· τὰς ἀπνευστὶ πόσεις)
ἄρυστις, ιδος (ἡ) [ᾰ] c. ἀρυτήρ, Soph. fr. 703.
ἄρυστις, ιδος, ἡ, = ἀρυστήρ, Soph. bei Ath. XI.783 f.