ἄσωμος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἄσωμος, ον, = ἀσώματος, EM 161.40. ἄσωμος -ον incorpóreo, Et.Gen.1333. ἄ·σωμος, ος, ον, c. ἀσώματος, Naz. ἄσωμος, = ἀσώματος, EM.; Greg.Naz.