Ἀσωπιάς Save DGE Bailly 2024 Ἀσωπιάς v. Ἀσωπίς. Ἀσωπιάς, άδος [ᾱᾰδ] adj. f. c. Ἀσωπίς, Eur. H.f. 785, Plut.