Ἀγραϊκός Save Ἀγραϊκός, of Agra, Agraean DGE Bailly 2024 Ἀγραϊκός -ή, -όν de los agreos Th.3.106, v. Ἀγραῖος, -α, -ον II. Ἀγραϊκός, ή, όν, des Agræes, Thc. 3, 106 (var. ἀγροῖκον). Étym. Ἀγραῖοι.