Ἀλθαῖος Save DGE Ἀλθαῖος -ου • Alolema: tb. Ἀλθαιάτης, Ἀλθαιανός, Ἀλθαιεύς alteo, alteata, alteano o alteeo ét. de Altea St.Byz.s.u. Ἀλθαία.