Ἀπατουρίτης Save DGE Ἀπατουρίτης -ου, ὁ • Alolema: tb. Ἀπάτουρος, Ἀπατούριος, Ἀπατουρεύς apaturita, apaturio ét. de Apaturon, St.Byz.s.u. Ἀπάτουρον.