ἐγκρύφω
ἐγ-κρύφω [ῠ],
- = ἐγκρύπτω, impf. ἐνέκρῠφεν Q.S. 14.556, Nonn. D. 6.135.
ocultar, esconder
ἑρπετὰ δ' ἰλυοῖσιν ἐνέκρυφεν
κῦμα ... φάραγξιν ἐνέκρυφεν
a Áyaxθεὸς ... παῖδα ... ἐνέκρυφε φωλάδι πέτρῃ
ἐγ·κρύφω (seul. impf. ἐνέκρυφεν) c. ἐγκρύπτω, Nonn. D. 6, 135 ; Q. Sm. 14, 556.
ἐγκρύφω, = ἐγκρύπτω, bei sp.D., wie Nonn. D. 6.135 Qu.Sm. 14.556.