About Report a problem

Menu

ἐγρῆτα

ἐγρῆτα:
  • παρακαταβολὴν ἢ δίκης ἢ κρίσεως, Hsch. ἐγρυπνεῖ: ἀγρυπνεῖ, Id. ἔγρυσις, v. ἔκρυσις.

Saved

Recent