ἐγχαράσσω
ἐγχαράσσω, to engrave upon
- engrave, τινί upon a thing, D.H. 2.55; ἐς στάλλαν IG 12(2).67 (Mytilene); εἰς τὸ ἱερόν GDI 2322.16 (Delph.), cf. Plu. Per. 21, etc.; κατά τινος Id. Them. 9; insert in a document, CPR 19.18 (iv A.D.): metaph., imitate, ἐ. τὸν Ἀντισθένειον τύπον Jul. Or. 7.217a:—Pass., τὰ ἐγκεχαραγμένα ἀγαθά OGI 666.17 (i A.D.); μεγάλως ἐγκεχαραγμένος with a great record, Charito 2.6; of coins, Luc. Alex. 58; δραχμαὶ ἐγκεχαραγμέναι γράμμασιν Ἑλληνικοῖς ἐπίσημα Peripl.M.Rubr. 47; of soldiers, to be entered on a muster-roll, Agath. 5.15.
- II to make an incision into a thing, Gp. 5.38.2; scarify, Antyll. ap. Orib. 7.16.3.
I
1 grabar, inscribir textos sobre diversas superficies, gener. c. dat. o rég. prep.:
a) sobre piedra
(τὴν ὠνήν) ἐς τὸ ἱερόν
στήλαις ... τὰς ὁμολογίας
κατὰ τῶν λίθων ... γράμματα
ἐν στήλαις ... μου τὴν γνώμη[ν
(τὸ δὲ ψάφισμα τόδε) ἐνχαράχθην ... ἐς στάλλαν
ἐπί τινος μνήματος ἀσύμφωνα ἐγκεχαραγμένα στοιχεῖα
ὅσα δεῖ ... πράσσειν ... τῇδε τῇ στήλῃ ἐνκεχάρακται
τῆς ἐπιγραφῆς ἐνκεχαραγμένης τῇ σορῷ
ἥπερ (κρίσις) ... ἐν τῷ ἱερῷ ... ἐνκεχαραγ[μένη ἐστίν
τὰς παρανόμως ἐνκεχαραγμένας (ἐπιγραφάς) ἐκκολάψαι διὰ τοῦ δαμοσίου
• subst.
οὐδενὶ ἐξέσται ... ποιῆσαί τι ὑπεναντίον τοῖς ἐνκεχαραγμένοις
b) sobre bronce o plomo
προμαντείαν εἰς τὸν αὐτὸν λύκον
πλάκαν ἐς μολιβῆν ... ἐνχάραξον ὃ βούλει γενέσθαι
ἃς (πράξεις) ἀπέλιπεν ἐπὶ Ῥώμης ἐγκεχαραγμένας χαλκαῖς στήλαις δυσίν
εἰς δ[έλ]τον χαλκῆν γράμματα ἐνκεχαραγμέ[να ἔστω
c) sobre madera
τοὺς ἄξονας, οἷς ἔμελλε Σόλων τοὺς νόμους ἐγχαράξειν
ἐν ξυλίνοις δέλτοις ... τοῦτο
κιβωτὸς ξυλίνη ... ἐνκεχαραγμένα ἔχουσα ὀνόματα ἀρχ[όν]των
d) sobre otros soportes: sobre papiro escribir
τοῖς αὐτοῖς βιβλίοις πρᾶγμα παράνομον
2 grabar, imprimir
a) figuras en distintas superficies con distintas técnicas: relieves en piedra
ναῦς ἐγκεχαραγμένας τοῖς τάφοις
ταλαμῶνι ... ἔχοντα (sic) ἐνκεχαραγμένους στεφάνους
ἔχουσι δὲ ἐπὶ τῇ δημοσίᾳ σφραγίδι τὸν ἕσπερον ἀστέρα ἐγκεχαραγμένον
σημεῖον δέ οἱ ἦ βοὸς κεφαλὴ ἐγκεχαραγμένη
τῶν ἐν ἑκάστῃ πόλει θεῶν τὰ παράσημα ... τοῖς πλοίοις
b) fig., c. ac. de abstr.
ἐνεχάραξε τὸ θεῖον αὐτῷ
ἡμῖν τὸ τῆς ... θεότητος κάλλος
τὰς συμβουλίας τῇ ψυχῇ
c) leyendas o figuras en monedas
τῶν νομισμάτων τοῖς παλαιοτάτοις βοῦν ἐνεχάραττον
Μιτυληναῖοι μὲν Σαπφὼ τῷ νομίσματι ἐνεχαράξαντο
νόμισμα καινὸν κόψαι ἐγκεχαραγμένον τῇ μὲν τοῦ Γλύκωνος, κατὰ θάτερα δὲ τοῦ Ἀλεξάνδρου
acuñar nueva moneda con la efigie, por un lado, de Glicón, y por el otro, de Alejandroδραχμαὶ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς ἐγκεχαραγμέναι ἐπίσημα τῶν μετ' Ἀλέξανδρον βεβασιλευκότων
3 c. ac. de pers. alistar, enrolar
τοῦτο δὲ ἀποτίσαντες εὐθὺς ἐγχαράττονται ἀνεξετάστως
4 bot. sangrar, hacer una incisión en
δρεπάνῳ ... τὸ πρέμνον ἐγχαράξομεν
haremos una incisión con la podadera en el tronco de la vidσυλλέγεται δὲ ὁ ὀπὸς ἐγχαρασσομένης τῆς ῥίζης
5 medic. escarificar, sajar
μέρη τοῦ σώματος ... φλεγμαίνοντα
II en v. med. hacer grabar, mandar grabar
(ἄγκυρα) ἣν Σέλευκος ἐνεχαράττετο τῇ γλυφῇ
el ancla que Seleuco había hecho grabar en su sello real
πλάκαν ἐς μολιβῆν ἀπὸ ψυχροφόρου τόπου ἐγχάραξον ὃ βούλει γενέσθαι
graba en una lámina de plomo de un frigidarium lo que quieras que ocurra
- to engrave upon a thing, Plut.