ἐκβόσκομαι
1 consumir, absorber
τὴν ὑγρότητα ἐκβόσκονται τὴν πλείω
(los insectos) consumen el exceso de humedad (del fruto)(ὁ πυρετός) τὴν οἰκείαν ἰκμάδα τῶν μορίων
• fig.
ἐκβόσκεται γάρ μέ τις ἀνερμήνευτος ὀδύνη
me consume una aflicción incomprensible(παντοῖαι κακότατες) τὸν λόγον
2 alimentarse de
λεπυρὸν στάχυν
τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων
• fig.
ἀνοήτους ἐκβόσκονται τρυφάς