ἐκπρεπόντως
ἐκπρεπ-όντως, Adv. = ἐκπρεπῶς, D.C. 74.1.
adv. sobre part. pres. de οἵ τε στρατιῶται ... ἐ. ἀνεστρέφοντο
ἐκπρεπόντως, adv. c. ἐκπρεπῶς, DC. 74, 1.
Étym. ἐκπρέπω.
ἐκπρεπόντως, = ἐκπρεπῶς, DC. 74.1.
adv. sobre part. pres. de οἵ τε στρατιῶται ... ἐ. ἀνεστρέφοντο