ἐκτίλλω
ἐκτίλλω, to pluck out
- pluck out, τρίχας Arist. HA 603b22; πτερόν ib. 519a27 (Pass.); of a person, κόμην ἐκτετιλμένος Anacr. 21.11.
- II pluck, strip bare, τὴν τράμιν Hippon. 84; τὴν ῥοδωνιάν D. 53.16.
- 2 strip the leaves off, ὀρίγανον, κρόμμυον, Arist. Mir. 831a30, Pr. 924a32.
1 arrancar, sacar de raíz
τὴν ῥοδωνιάν
τὴν ὀρίγανον
τὰ κρόμμυα
τὴν πόαν
πεφυτευμένον
τοὺς κλάδους
τὴν ὑπ' ἐμοῦ κατεσπαρμένην λινοκαλάμην
• plumas, cabellos, partes del cuerpo
αἵ ... θήλειαι ... ἐκτίλλουσιν αὐτοῦ τὰ πτερά
las hembras lo desplumanτοὺς ὀδόντας καὶ τοὺς ὄνυχας
τοῦ λέοντος ... τὴν κόμην
• c. ac. de pers. y gen. de cosa
αὐτόν τις τῶν τριχῶν τοῦ γενείου ἐκτίλας ...
ὁ δὲ ἀσθενὴς (ἀνὴρ) τοῦ ἰσχυροῦ (ἵππου) κατὰ μίαν τῶν τριχῶν ἐξέτιλλεν
el (individuo) débil arrancaba uno a uno los pelos del (caballo) robustoτρίχας ἐκ τῆς λοφιᾶς (τῶν ὑῶν)
ἐκ τῆς κεφαλῆς τὰς πολιάς
ἐκτιλλόμεναι αἱ τρίχες ... ἀναφύονται
οὐκ ἀναφύεται δὲ ἐκτιλθὲν ... τῶν μελιττῶν τὸ πτερόν
κόμην πώγωνά τ' ἐκτετιλμένος (Ἀρτέμων)
2 fig. arrancar, extirpar, erradicar
τὰ ζιζάνια τῆς ἁμαρτίας
ἐκτίλαι σε ... ἀπὸ σκηνώματος
ὁ θεὸς ... ἐξέτιλε τὸ ῥίζωμά σου ἐκ γῆς ζώντων
ἐκτιλήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ
- to pluck out hair:—Pass., κόμην ἐκτετιλμένος having oneʼs hair plucked out, Anacr.