ἐκτινάζω Save DGE ἐκτινάζω agr. 1 varear ἐλέαν (sic) SB 9406.162, 235 (III d.C.), ὄροβ[ον SB 9410.3.6 (III d.C.). 2 aventar σῖτον SB 9410.3.18 (III d.C.); cf. ἐκτινάσσω.