Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμβολευτικόν
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔμβλημα
ἐμβληματίζω
ἐμβλής
ἔμβλησις
ἐμβλητέον
ἐμβλητέος
ἔμβλητος
Ἐμβλώ
ἐμβλωκυῖαν
Ἐμβλωνός
ἐμβοάω
ἐμβοή
ἐμβόημα
ἐμβόησις
ἐμβοητικός
ἐμβοθρεύω
ἐμβοθρόομαι
ἔμβοθρος
ἐμβοθρόω
ἐμβολάδην
ἐμβολάδιν
ἐμβολάδιον
ἐμβολαδίς
ἐμβόλαιον
ἐμβολαῖος
ἐμβολάρχης
ἐμβολαρχία
ἐμβολάς
ἐμβολάτωρ
ἐμβολεύς
ἐμβολευτικόν
ἐμβολεύω
ἐμβολή
ἐμβολίδες
Ἐμβόλιμα
ἐμβολιμαῖος
ἐμβολιμεύω
ἐμβόλιμος
ἐμβολίνη
ἐμβόλιον
ἐμβόλισμα
ἐμβολισμός
ἐμβολῖται
Ἐμβολῖται
ἐμβολοδέτης
ἐμβολοειδής
ἔμβολον
ἔμβολος
Ἐμβόλων
ἐμβομβέω
ἐμβόσκομαι
ἐμβόσκω
ἐμβοτέω
ἐμβουκολέω
ἐμβράγχια
ἐμβραδύνω
ἐμβραμένα
ἐμβράσσω
ἔμβραται
ἔμβραχυ
ἔμβρεγμα
…
ἐμβολευτικόν
Save
DGE
ἐμβολε[υτικ]όν
-ου, τό
prob.
tasa de embarque
,
PTeb
.847.17 (II a.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}