Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπονεστέρως
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμποίνιμος
ἐμποίνιος
ἔμποιος
ἔμποκος
ἐμπολά
ἐμπολαῖος
ἐμπολάομαι
ἐμπολάω
ἐμπολεμέω
ἐμπολέμιος
ἐμπόλεμος
ἐμπολεμόω
ἐμπολεύς
ἐμπολεύω
ἐμπολέω
ἐμπολή
ἐμπόλημα
ἐμπόλησις
ἐμπολητός
ἐμπολίζω
ἐμπόλιον
ἐμπολιορκέω
ἔμπολις
ἐμπόλισις
ἐμπολίτευσις
ἐμπολιτεύω
ἐμπολιτογραφέω
ἐμπολόωντο
ἐμπολωρός
ἐμπομπεύω
ἐμπονεστέρως
ἐμπονέω
Ἐμπονή
ἐμπόνημα
ἐμπόνησις
ἔμπονος
ἐμπόνως
ἐμπορεία
ἐμπορεῖον
ἐμπόρευμα
ἐμπορεύομαι
ἐμπορευτέα
ἐμπορευτικός
ἐμπορεύω
ἐμπορητικός
ἐμπορία
Ἐμπορίαι
ἐμποριαρχέω
ἐμποριάρχης
ἐμπορίαρχος
ἐμπορίδαι
ἐμπορίδια
ἐμπορίζομαι
ἐμπορίζω
ἐμπορίη
ἐμπορικός
Ἐμπορικός
ἐμπορικῶς
ἐμποριοδονήτας
ἐμπόριον
Ἐμπόριον
…
ἐμπονεστέρως
Save
DGE
ἐμπονεστέρως
adv.
con más trabajo
o
afán
Mac.Aeg.
Serm
.B 31.1.4,
Hom
.29.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}