ἐμφυσητέον
ἐμφυσητέον, one must blow in
ἐμφῡσ-ητέον,
- one must blow in, Gp. 16.6.2; εἰς τὰς ῥῖνας ὄζος Herod.Med. in Rh.Mus. 58.79.
hay que insuflar
σπέρμα εὐζώμου ... εἰς τοὺς ὀφθαλμούς
εἰς τὰς ῥῖνας ὄξος
σηπίας ὀστοῦν λειωθὲν διὰ καλάμου
ἐμφυσητέον [ῡ] vb. d’ἐμφυσάω, Geop. 16, 6, 2.