ἐνδιαίτησις
ἐνδιαίτησις, dwelling in
ἐνδῐαίτ-ησις, εως, ἡ,
- dwelling in a place, Ph. 1.334 (pl.), 2.234, Them. Or. 27.334a.
estancia, residencia
χωρίον οἰκειότατον ἡ φύσις ἀπένειμε τὰ στέρνα θυμῷ πρὸς ἐνδιαίτησιν
ἐνδιαιτήσεις εὐαγώγους ἔχειν
Μίλητον ... ἄγαμαι ... τῆς παλαιᾶς ἐνδιαιτήσεως τοῦ Ἀπόλλωνος
ἐνδιαίτησις, εως (ἡ) c. le préc. Phil. 1, 334.