ἐνδιαστέλλω
1 marcar una separación, diferenciar, dejar claro
λέγεται δὲ διαστολὴ στιγμὴ ἐνδιαστελλοῦσα τὰς ἀναγιγνωσκομένας λέξεις
2 en v. med. explicarse con claridad
τοῦτον ἐνδιαστελοῦμαι τὸν τρόπον
1 marcar una separación, diferenciar, dejar claro
λέγεται δὲ διαστολὴ στιγμὴ ἐνδιαστελλοῦσα τὰς ἀναγιγνωσκομένας λέξεις
2 en v. med. explicarse con claridad
τοῦτον ἐνδιαστελοῦμαι τὸν τρόπον