Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνοφθάλμισμα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνοσίφυλλος
Ἐνοσίχθων
ἐνοσίχθων
ἑνότης
ἑνοτήσιος
Ἑνοτίκτοντες
ἔνοτος
Ἔνουδος
ἔνουλα
ἐνουλίζομαι
ἐνουλίζω
ἐνουλισμός
ἔνουλον
ἔνουλος
ἐνουράνιος
ἐνουρέω
ἐνουρήθρα
ἐνούρηθρον
ἐνουρητής
ἔνουρος
ἐνουσιακῶς
ἐνουσιόομαι
ἐνούσιος
ἐνουσιόω
ἐνοφείλομαι
ἐνοφείλω
ἐνοφθαλμιάζομαι
ἐνοφθαλμιάζω
ἐνοφθαλμιάω
ἐνοφθαλμίζω
ἐνοφθάλμισμα
ἐνοφθαλμισμός
ἐνόφθαλμος
ἔνοφρυς
ἐνοχή
ἐνοχία
ἐνοχλέω
ἐνόχλημα
ἐνοχλής
ἐνόχλησις
ἐνοχλητέον
ἐνοχλίζω
ἐνοχοποιέω
ἐνοχοποιός
ἔνοχος
ἔνοψ
ἔνοψις
ἑνόω
ἐνπ-
ἐνπεριπατέω
ἐνπνέω
ἐνρ
ἐνρ-
ἐνραβδόω
ἐνραβῶς
ἐνραίνω
ἐνράπτω
ἐνράσσω
ἔνρειθρον
ἔνρειθρος
ἐνρευματίζομαι
…
ἐνοφθάλμισμα
Save
Bailly 2024
ἐνοφθάλμισμα,
ατος
(
τὸ
)
c. le suiv.
Syn.
Ep.
156, 1560
c
Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}