Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔνοτος
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνόρμισμα
ἐνορμίτας
ἐνορμίτης
ἔνορμος
ἐνόρνυμι
ἐνορούω
ἐνόρσας
ἐνορύσσω
ἐνόρχαν
ἐνορχέομαι
ἐνόρχημα
ἐνόρχης
ἐνορχής
ἔνορχις
ἔνορχος
ἔνος
ἕνος
ἑνός
Ἔνος
ἐνοσίγαιος
Ἐνοσίγαιος
ἐνοσίζεται
ἔνοσις
ἐνοσίφρων
ἐνοσίφυλλος
Ἐνοσίχθων
ἐνοσίχθων
ἑνότης
ἑνοτήσιος
Ἑνοτίκτοντες
ἔνοτος
Ἔνουδος
ἔνουλα
ἐνουλίζομαι
ἐνουλίζω
ἐνουλισμός
ἔνουλον
ἔνουλος
ἐνουράνιος
ἐνουρέω
ἐνουρήθρα
ἐνούρηθρον
ἐνουρητής
ἔνουρος
ἐνουσιακῶς
ἐνουσιόομαι
ἐνούσιος
ἐνουσιόω
ἐνοφείλομαι
ἐνοφείλω
ἐνοφθαλμιάζομαι
ἐνοφθαλμιάζω
ἐνοφθαλμιάω
ἐνοφθαλμίζω
ἐνοφθάλμισμα
ἐνοφθαλμισμός
ἐνόφθαλμος
ἔνοφρυς
ἐνοχή
ἐνοχία
ἐνοχλέω
…
ἔνοτος
Save
LSJ
DGE
ἔνοτος, Aeol.,
= ἔνατος (q. v.).
ἔνοτος
v.
ἔνατος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}