ἐξαγριόω
ἐξαγριόω, to make wild
- make wild or waste, χώραν, opp. ἐξημερόω, D.S. 20.69:—Pass., to be made so, Isoc. 9.67; ὑπό τινος Aeschin. 1.98, cf. Porph. Abst. 4.21.
- II = foreg., make savage, Hdt. 6.123, E. Ph. 876:—Pass., to be brutalized, ὑπὸ πόθων Pl. Lg. 870a, cf. Ph. 1.584, al.
- III intr., become or be savage, J. AJ 17.6.1; ἐπί τινι, κατά τινος, ib. 19.1.15, 17.6.4.
I tr. en v. act.
1 c. ac. de pers. enfurecer, irritar
ἐξηγρίωσαν τοὺς ὑπολοίπους Πεισιστρατιδέων Ἵππαρχον ἀποκτείναντες
οὔτ' ἔξοδον διδόντες ἄνδρα δυστυχῆ ἐξηγρίωσαν
τοῦτο Ἡρακλέα ... ἐξηγρίωσεν ἐς Ἱπποκόωντα
τινὲς ὑπὸ τοῦ φθόνου καὶ τῶν ἀποριῶν ἐξηγρίωνται
2 c. ac. de abstr. embrutecer
ὅσον ὑπὸ παιδείας ἡμερώθη ποτέ, πάλιν ἐξαγριῶν τῆς ψυχῆς τὸ τοιοῦτον
ψυχὴ ἐξηγριωμένη ὑπὸ πόθων
3 c. ac. de anim. poner en estado salvaje
τοῦτον (τὸν ταῦρον)
τὰ πρόβατα
4 c. ac. ref. al terreno hacer o dejar que se vuelva agreste o salvaje
χώραν
op. ἐξημεροῦν
‘hacer cultivable’τόπος
op. ἥμερος y πρᾶος
5 c. ac. del mar embravecer, poner bravío
ὥστε τὴν ὑποστροφὴν τοῦ κύματος ... ἐξαγριοῦν τὴν θάλασσαν
II intr. gener. en v. med.-pas.
1 comportarse salvajemente o de forma agresiva gener. de pers.
ἐξηγριώθη τε καὶ ἔργον ἔδρασε ἀνόσιον
πρὸς ... τὴν ἀλλοτρίαν ... ὄψιν
ἐξηγρίωσεν ἀκράτῳ τῇ ὀργῇ ... εἰς πάντας χρώμενος
κατ' αὐτῶν
• de anim.
τὰ τέως ἐξηγριωμένα (ζῶα)
los (animales) hasta entonces salvajesμετὰ τὴν δοκοῦσαν ἡμερότητα ἐξηγριώθησαν ἐλέφαντες κατὰ τῶν ἀνθρώπων
• fig.
τὰ ἐξηγριωμένα πάθη
las pasiones salvajes
2 de grupos de pers. embrutecerse, volverse agreste o salvaje
τὴν ἔνθεον μανίαν μανέντες ἐξηγριώθησαν
νῆσος, ἐξηγριωμένη ὑπὸ κακῶν
τινὰ δὲ τῶν ἐθνῶν ἐξηγρίωται
3 bot. asilvestrarse, hacerse silvestre
τὸ ἐξαγριούμενον (δένδρον) τοῖς τε καρποῖς χεῖρον γίνεται
τροφὴ ἐξηγριωμένη
1. woest maken, verbitterd maken:
2. laten verwilderen;
- Ito make wild or waste:—Pass. to be or be made so, Aeschin.
- IIlike ἐξ-αγριαίνω to make savage, exasperate, Hdt., Eur.