ἐξιδιοποιέομαι
ἐξιδιοποιέομαι, appropriate to oneself
ἐξῐδῐοποι-έομαι,
- = ἐξιδιάζομαι, D.S. 5.57, Ath. 2.50f, Aesop. 12, A.D. Synt. 199.6.
ἐξ·ιδιοποιέομαι-οῦμαι [ῐδ] c. le préc. DS. 5, 57 ; 14, 21 ; Dysc. Synt. 199, 6 ; Clém. 1, 1012b ; 2, 281 b Migne ; Ath. 50f.
ἐξιδιοποιέομαι, = ἐξιδιάζομαι, Ath. II.50f u. öfter ; DS. 5.57.