ἐξιτητός
ἐξῐτ-ητός, όν,
- = ἐξιτός, οὐδενὶ -ητόν Alciphr. 3.30; ἐξιτητὰ εἶναι ἐπὶ τοὺς πολεμίους Procop. Goth. 1.19.
ἐξιτητός, ή, όν [ῐ] c. le suiv. Alciphr. 3, 30.
ἐξιτητός, = ἐξιτός, οὐδενὶ ἐξιτητόν, Niemand kann ausgehen, Alciphr. 3.30.