ἐπίλειψις
ἐπίλειψις, a deficiency, lack
ἐπίλειψις, εως, ἡ,
- deficiency, lack, ὀρνίθων Th. 2.50; τῆς δυνάμεως Plu. QConv. 2.695d; τελῶν CIG 2695b (Mylasa).
ἐπίλειψις, εως (ἡ) manque, défaut de, Thc. 2, 50 ; Plut. M. 695d.
Étym. ἐπιλείπω.
ἐπίλειψις, ἡ, Mangel, Ausbleiben, ὀρνίθων Thuc. 2.50 ; τῆς δυνάμεως Plut. Symp. 6.8.6.
ἐπίλειψις
from ἐπιλείπω
ἐπίλειψις, εως
- a deficiency, lack, Thuc.