ἐπαναχώρησις
ἐπαναχώρησις, a return
ἐπανα-χώρησις, εως, ἡ,
- return, κύματος Th. 3.89; retreat, D.S. 25.6.
ἐπαναχώρησις, εως (ἡ) action de revenir, d’où :
1 retraite, DS. Exc. 510, 31 ||
2 reflux des vagues, Thc. 3, 89.
ἐπαναχώρησις, ἡ, das Zurückweichen, Thuc. 3.89.
ἐπαναχώρησις
from ἐπαναχωρέω
ἐπαναχώρησις, εως
- a return, Thuc.