ἐπικαμπία
ἐπικαμπία, bend, curve
ἐπικαμπ-ία, ἡ,
- bend, curve, σπᾶσθαι πρὸς -ίαν EM 722.35.
ἐπικαμπία, ας (ἡ) courbure, Phil. byz. Bel. 80.
Étym. ἐπικάμπτω.
ἐπικαμπία, ἡ, die Biegung, Sp.